top of page

Ο Βάνκας

  • Έφη Λάιου
  • Aug 26, 2022
  • 5 min read

Updated: Jul 16, 2023



Θέμα του διηγήματος είναι η παιδική βιοπάλη και ειδικά οι απελπιστικές συνθήκες ζωής ενός μικρού βιοπαλαιστή στη Μόσχα της τσαρικής Ρωσίας και η έντονη επιθυμία του να επιστρέψει στο χωριό του.


Τόπος: Ρωσία ( Μόσχα-ύπαιθρος). Αρχικά είναι το τσαγκαράδικο του Αλιάχιν και στη συνέχεια μέσα από την ονειροπόληση του Βάνκα μεταφερόμαστε στο σπίτι που ζει ο παππούς στο χωριό.

Χρόνος: Και ο χρόνος κινείται σε δύο επίπεδα: το τώρα και το τότε. Το 'τώρα' είναι η παραμονή Χριστουγέννων, ο πραγματικός χρόνος κατά τον οποίο ο Βάνκας αντιμετωπίζει τις σκληρές συνθήκες δουλειάς, τη δυστυχία και την κακοποίηση. Το 'τότε' είναι οι ευτυχισμένες μέρες του παρελθόντος που ονειροπολεί, η ανεμελιά και η ευτυχία κοντά στους δικούς του.


Δομή

1η Ενότητα: “Ο Βάνκας … απόμεινες”. Ο Βάνκας αρχίζει το γράμμα στον παππού.

2η Ενότητα: “Ο Βάνκας … για τις γιορτές”. Η προσωπικότητα του παππού και οι ευτυχισμένες αναμνήσεις στο χωριό.

3η Ενότητα: “Ο Βάνκας αναστέναξε … αγαπημένε μου παππού, έλα”. Τα βάσανα στη Μόσχα - Αναμνήσεις από το χωριό

4η Ενότητα: “Ο Βάνκας δίπλωσε … ουρά του”. Η αποστολή του γράμματος και οι μάταιες ελπίδες που τρέφει ο Βάνκας


Η ζωή του Βάνκα

α. Είναι ένα αδικημένο από τη ζωή παιδί, εννέα χρονών, ορφανό, και οι συνθήκες της ζωής τον αναγκάζουν να ζει μακριά από το μοναδικό πρόσωπο που του έχει απομείνει, τον παππού του.

β. Η μόρφωσή του είναι υποτυπώδης. Γνωρίζει να γράφει με δυσκολία, να διαβάζει και να λογαριάζει μόνο μέχρι το 100 και όλα αυτά του τα έμαθε η δεσποινίς Όλγα.

γ. Βρίσκεται στη Μόσχα, όπου δουλεύει ως μαθητευόμενος τσαγκάρης και γνωρίζει τη σκληρότητα των ανθρώπων. Η ζωή του στο τσαγκαράδικο είναι αβάσταχτη.

δ. Η ζωή του Βάνκα με τον παππού του ήταν πολύ ευχάριστη.


Η ζωή του Βάνκα στο τσαγκαράδικο

α. Το αφεντικό τον δέρνει αλύπητα για ασήμαντες αφορμές.

β. Η κυρά τον αποπαίρνει χωρίς λόγο.

γ. Οι καλφάδες τον αναγκάζουν να κάνει θελήματα και να κλέβει.

δ. Δεν τον ταΐζουν κανονικά και τον αφήνουν σχεδόν νηστικό.

ε. Κοιμάται μπροστά στην πόρτα και δε χορταίνει τον ύπνο.

στ. Δεν έχει παπούτσια.


Οι διαφορές μεταξύ της ζωής του Βάνκα στην πόλη και της ζωής του στο χωριό

Στο χωριό ήταν ανέμελος, ελεύθερος, χαρούμενος, δε δούλευε και είχε κοντά του ανθρώπους που τον αγαπούσαν και τον φρόντιζαν. Είχε χρόνο για παιχνίδι αλλά αποκτούσε και στοιχειώδεις γνώσεις γραφής, ανάγνωσης ακόμη και χορού! Προφανώς θα τρεφόταν και θα κοιμόταν καλύτερα. Στην πόλη στερείται όλα τα παραπάνω, δουλεύει πολύ σκληρά και δεν μορφώνεται ούτε έχει όλα αυτά που είναι απαραίτητα σε ένα παιδί για την ανάπτυξή του όπως ύπνος, φαγητό αλλά κυρίως αγάπη. Όλοι του φέρονται απάνθρωπα και τον κακομεταχειρίζονται σε τέτοιο βαθμό ώστε να κινδυνεύει και η σωματική ακεραιότητά του.


Χαρακτηρισμός Προσώπων

Βάνκας: Είναι ένα μικρό παιδί θύμα των κοινωνικών συνθηκών της εποχής του. Προσπαθεί να επιβιώσει σε έναν εχθρικό και άδικο κόσμο στον οποίο λόγω ηλικίας δεν μπορεί να αντιδράσει. Τον πνίγει η αδικία, η φτώχεια και η ορφάνια, νιώθει φόβο και απελπισία και υπομένει σιωπηλός τη μοίρα του. Ξεφεύγει από την τραγική πραγματικότητα με την ονειροπόληση και την έντονη παιδική φαντασία του. Μέσα από το γράμμα προς τον παππού του ξεδιπλώνεται ο χαρακτήρας του και τα συναισθήματά του, η καλοσύνη του και η ευαισθησία του. Η έλλειψη εκπαίδευσης αποτυπώνεται στον τρόπο που προσπαθεί να στείλει το γράμμα που συνιστά και το εργαλείο της πλοκής για την άδοξη κατάληξη και την τραγική ειρωνεία του τέλους. Είναι ένα τραγικό πρόσωπο αλλά ταυτόχρονα εργατικός και φιλότιμος (όπως φαίνεται από τις υποσχέσεις που δίνει στον παππού του). Χαρακτηρίζεται από αθωότητα όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας του, έχει απορίες καθώς θαμπωμένος βλέπει τη Μόσχα να ξεδιπλώνεται μπροστά του και η απλοϊκή του σκέψη τον κάνει να θεωρεί ότι το γράμμα του θα φτάσει στον προορισμό του. Είναι ολιγαρκής και δεν χρειάζεται πολλά για να νιώσει ευτυχισμένος (π.χ ένα καρύδι από το χριστουγεννιάτικο δέντρο).


Παππούς: Εκπροσωπεί τους ανθρώπους της κατώτερης τάξης που δουλεύουν όλη τους τη ζωή στην υπηρεσία των ανώτερων τάξεων. Ο ίδιος δεν ελέγχει τη ζωή του, αφού του παίρνουν τον εγγονό του και δέχεται αδιαμαρτύρητα τη μοίρα του. Περιόρισε τις χαρές της ζωής στις μικροαπολαύσεις ( ταμπάκο, πειράγματα κλπ). Έχει χιούμορ, είναι πρόσχαρος και δραστήριος. Φαίνεται να αγαπά τον Βάνκα αφού τον έπαιρνε μαζί του στη δουλειά ή στις βόλτες του.


‘Ολγα Ιγκνάτιεβνα: Εκπροσωπεί την ανώτερη τάξη, είναι φαινομενικά καλή αφού το ενδιαφέρον της για τον Βάνκα ήταν μάλλον επιφανειακό. Διασκέδαζε να τον εκπαιδεύει αλλά δεν ενδιαφέρθηκε για την απομάκρυνση του Βάνκα από τον παππού του , πόσο μάλλον για τη δεινή κατάσταση στην οποία ο μικρός βρίσκεται τώρα.


Αλιάχιν: Εκπροσωπεί τη μεσαία κοινωνική τάξη και φέρεται με σκληρότητα και απανθρωπιά. Καταπατά τα δικαιώματα των υπαλλήλων του και αδιαφορεί για τις ανάγκες του μικρού Βάνκα τον οποίο εκμεταλλεύεται και κακοποιεί.


=> Το γράμμα λειτουργεί ως βασικό στοιχείο της πλοκής. Μέσα από το γράμμα διαγράφεται ο χαρακτήρας του παιδιού και παρουσιάζονται σκηνές από την καθημερινή ζωή στην πόλη και το χωριό. Ο Βάνκας νιώθει φόβο την ώρα που γράφει το γράμμα, μήπως τον ανακαλύψουν. Γενικότερα, το παιδί είναι τρομοκρατημένο λόγω της κακοποίησης. Νιώθει απελπισία και απόγνωση όπως φαίνεται από τις επίπονες παρακλήσεις προς τον παππού για να έρθει. Από την εκτενή αναφορά στις αναμνήσεις, αποκαλύπτεται η νοσταλγία του για την ευτυχισμένη ζωή στο χωριό. Ο αναγνώστης αισθάνεται οργή και αγανάκτηση για την κακομεταχείριση του παιδιού. Νιώθει συμπόνια και οίκτο προς τον Βάνκα , προσωρινή ανακούφιση και ελπίδα για το μέλλον του μικρού αλλά ακολουθεί η απογοήτευση όταν διαπιστώνει ότι το γράμμα δεν θα φτάσει ποτέ στον προορισμό του.


Τραγική ειρωνεία:

Το γράμμα δεν θα φτάσει ποτέ στον προορισμό του. Η λύση στο δράμα δεν θα δοθεί, ο Βάνκας θα ελπίζει μάταια στην άφιξη του παππού παραμένοντας στο τσαγκαράδικο... Το τέλος είναι απαισιόδοξο, δεν αφήνει ελπίδες για σωτηρία του μικρού και αφήνει ένα δυνατό συναίσθημα θλίψης στον αναγνώστη.


Γλώσσα: απλή, καθημερινή, ιδιαίτερα στο γράμμα μιμείται τους τρόπους έκφρασης ενός παιδιού. Το ύφος είναι απλό, φυσικό. Γλώσσα και ύφος αποδίδουν με ζωντάνια και παραστατικότητα όσα τραγικά διαδραματίζονται.


Τα εκφραστικά μέσα είναι λίγα. Αρκετές μεταφορές.( « τον σάπισαν στο ξύλο», « κουλουριάζεται από το κρύο», « τα δέντρα ασημωμένα από την πάχνη», « ουρανός σπαρμένος μ’αστέρια»). Παρομοίωση: « έτσι που νόμιζες πως τον σφουγγάρισαν...» Οι εικόνες είναι και αυτές αναπαραστάσεις του πραγματικού και του φανταστικού κόσμου που βιώνει ο Βάνκας. Σχήμα κυκλικό: « έλα παππού... παππού έλα» Πολύ όμορφη είναι η εικόνα του φυσικού περιβάλλοντος του χωριού.


Περιγραφή - Εικονοπλασία

α. Υπάρχουν σε όλο το κείμενο πολλές εικόνες και περιγραφές, που δίνονται με απλά λόγια αλλά με ζωντανό τρόπο. Χαρακτηριστικά παραδείγματα:

Η εικόνα του Βάνκα, καθώς γράφει κρυφά στο μισόφωτο το γράμμα. / Η (υποθετική και φανταστική) εικόνα του παππού με τα σκυλιά και τις υπηρέτριες.

Η περιγραφή του Χέλη. / Η εικόνα του χωριού τη νύχτα./ Η περιγραφή της Μόσχας.


Αφηγηματικά στοιχεία και άλλα στοιχεία τεχνικής

Στο διήγημα η ιστορία ξετυλίγεται σε δύο εναλλασσόμενα χρονικά και τοπικά επίπεδα: από τη μια έχουμε το ευρηματικό γράψιμο της επιστολής, στην οποία διεκτραγωδείται η τωρινή φριχτή ζωή στο εργαστήρι (στη Μόσχα) από την άλλη τις νοσταλγικές αναμνήσεις από το ευτυχισμένο παρελθόν, στο χωριό -άλλη τοπική και άλλη χρονική διάσταση. Στην τεχνική αυτή καθοριστικό ρόλο παίζει το παράθυρο μέσα στο μισόφωτο, από όπου «φεύγει» ο Βάνκας στο χωριό και στο παρελθόν. Τα στοιχεία λοιπόν που καθορίζουν την τεχνική είναι η εναλλαγή (και στο χώρο και στο χρόνο) και το εύρημα του παράθυρου. Αυτά βέβαια προστίθενται στο βασικό στοιχείο της τεχνικής, στην επιστολή, όπου υπάρχει ζωντάνια και γνησιότητα, γιατί καταγράφονται όλα με αυθορμητισμό και με ειλικρίνεια.


Αφηγηματικοί τρόποι: διήγηση, διάλογος, περιγραφή.

Η αφήγηση, με τον τρόπο αυτό, κινείται σε δύο χρονικά επίπεδα: στο τώρα, που είναι η ζωή στη Μόσχα και περιγράφεται στο γράμμα, και στο τότε, που αναφέρεται στη ζωή στο χωριό και περιγράφεται με τη μορφή της αναπόλησης. Αυτή η αναπόληση, αν και ανατρέχει στο παρελθόν, γίνεται κάποτε σε παροντικό χρόνο («αυτή τη στιγμή, χωρίς άλλο, ο παππούς θα στέκεται μπροστά στην αυλόπορτα... και τον έτριψαν με χιόνι για τις γιορτές»), δίνοντας θεατρική ζωντάνια και παραστατικότητα στην αφήγηση, προκαλώντας την άμεση συμμετοχή του αναγνώστη. Ο παροντικός χρόνος αποδεικνύει ότι οι αναμνήσεις του μικρού Βάνκα ήταν πολύ ζωντανές και είναι μεγάλη η επιθυμία του να επιστρέψει στην ευτυχισμένη ζωή του χωριού.


Αφηγητής: εξωτερικός, παντογνώστης με εξωτερική εστίαση που αφηγείται σε τρίτο πρόσωπο. Όμως στο γράμμα ο αφηγητής είναι ο ίδιος ο Βάνκας που αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο τις δικές του εμπειρίες και είναι εσωτερικός αφηγητής, πρωταγωνιστής.




Πηγή: Μεταίχμιο

Comments


Post: Blog2_Post
  • Instagram
  • Facebook
  • Twitter
  • LinkedIn
  • YouTube
  • TikTok

©2022 by ἐν γνώσει. Proudly created with Wix.com

bottom of page