α. επιρρηματικός προσδιορισμός του σκοπού ή τελικού αιτίου σε ρήματα
β. επεξήγηση σε εμπρόθετο
Δ. Εισάγονται με τους τελικούς συνδέσμους:
ἵνα, ὅπως, ὡς (μτφρ. για να, με σκοπό να)μή (μτφρ. για να μην)Ε. Εκφέρονται με τις εγκλίσεις των προτάσεων επιθυμίας:1. Απλή Υποτακτική: εκφράζει σκοπό πιθανό - προσδοκώμενο/ εξαρτάται από ρηματικό τύπο αρκτικού χρόνου2. Απλή υποτακτική + αοριστολογικό ἄν: εκφράζει σκοπό η πραγματοποίηση του οποί-ου εξαρτάται από κάποιες προϋποθέσεις.3. Οριστική ιστορικού χρόνου: εκφράζει σκοπό απραγματοποίητο ή αδύνατο στο παρόν/ προηγείται κύρια πρόταση που δηλώνει ευχή ανεκπλήρωτη ή το αντίθετο του πραγματικού4. Οριστική Μέλλοντα: εκφράζει σκοπό που παρίσταται πραγματικός στο μέλλον5. Ευκτική (καθ’έλξη): εκφράζει ό,τι και η Ευκτική από την οποία έλκεται6. Απλή Ευκτική: εκφράζει σκοπό που παρίσταται ως υποκειμενική γνώμη7. Δυνητική Ευκτική: εκφράζει σκοπό δυνατό ή πιθανό σε παρόν-μέλλον8. Ευκτική του Πλάγιου λόγου: εκφράζει υποκειμενική κρίση-αβέβαιη φήμη/ εξαρτάται από ρηματικό τύπο ιστορικού χρόνου/ αντικαθιστά πάντοτε την απλή υποτακτική του ευθέος λόγου.2. Συμπερασματικές προτάσειςΑ. Είναι επιρρηματικές κρίσεωςΒ. Εξαρτώνται από: => ρήματα που προεξαγγέλουν αποτέλεσμα και που κοντά τους συνήθως, υπάρχουν ή εννοούνται δεικτικές αντωνυμίες ή δεικτικά επιρρήματα που δηλώνουν ποσόν, ποιόν, μέγεθος, τρόπο κλπ=> ρήματα συμφωνίας π.χ ποιῶ, σπονδάς ποιοῦμαι, σπένδομαι, συγχωρῶ κλπ=> εμπρόθετο προσδιορισμός ανάλογης σημασίας που προηγείται π.χ. ἐπί τούτῳ, ἐπί τούτοις κλπ=> επίθετα ή επιρρήματα συγκριτικού βαθμούΓ. Παίζουν ρόλο: α. επιρρηματικός προσδιορισμός του συμπεράσματός ή αποτελέσματος σε ρήματα που προεξαγγέλουν αποτέλεσμαβ. επιρρηματικός προσδιορισμός όρου ή συμφωνίας ή προϋπόθεσης σε ρήματα συμφωνίαςγ. επεξήγηση σε εμπρόθετοδ. β' όρο σύγκρισης με επίθετα ή επιρρήματα συγκριτικού βαθμούΔ. Εισάγονται με τους συμπερασματικούς συνδέσμους:ὡς, ὥστε (μτφρ. ώστε να, ώστε, με αποτέλεσμα ναἐφ’ ᾧ, ἐφ’ ᾧτε (μτφρ. με τον όρο, με τη συμφωνία, με την προϋπόθεση ναΕ. Εκφέρονται με τις εγκλίσεις των προτάσεων κρίσεως:1. Οριστική: εκφράζει το πραγματικό-βέβαιο γεγονός/ εξαρτάται από ρηματικό τύπο αρκτικού χρόνου2. Δυνητική Οριστική: εκφράζει το αντίθετο του πραγματικού ή κάτι που θα μπορούσε να συμβεί στο παρελθόν αλλά δε συνέβη.3. Δυνητική Ευκτική: εκφράζει το δυνατό ή πιθανό σε παρόν-μέλλον4. Ευκτική του Πλάγιου λόγου: εκφράζει υποκειμενική κρίση-αβέβαιη φήμη/ εξαρτάται από ρηματικό τύπο ιστορικού χρόνου/ αντικαθιστά πάντοτε την Οριστική του ευθέος λόγου5. Ευκτική (καθ’έλξη): εκφράζει ό,τι και η Ευκτική από την οποία έλκεται6. απαρέμφατο τελικό: εκφράζει: α) υποκειμενικό συμπέρασμα, β) επιδιωκόμενο αποτέλεσμα ή σκοπό, γ) όρο ή προϋπόθεση ή συμφωνία, δ) αποτέλεσμα αδύνατο να πραγματοποιηθεί7. δυνητικό απαρέμφατο: εκφράζει συμπέρασμα που εξαρτάται από κάποιες προϋποθέσεις/ το δυνητικό απαρέμφατο ισοδυναμεί με δυνητική ευκτική ή δυνητική οριστική, με βάση τα συμφραζόμενα.
3. Χρονικές προτάσειςΑ. Είναι επιρρηματικές κρίσεως, όταν είναι καθαρά χρονικές ή επιθυμίας, όταν είναι χρονι-κοϋποθετικέςΒ. Εξαρτώνται από: => το νόημα της συνεκφερόμενης πρότασης σε σχέση με την οποία δηλώνουν:-το προτερόχρονο (η πράξη της χρονικής γίνεται πριν από την πράξη της κύριας)-το σύγχρονο (η πράξη της χρονικής γίνεται ταυτόχρονα με την πράξη της συνεκφερόμενης πρότασης-το υστερόχρονο (η πράξη της χρονικής γίνεται μετά την πράξη της συνεκφερόμενης πρότασης=>προσδιορισμό χρόνου π.χ μέχρι τούτου, μέχρι τοσούτου=>επίθετα ή επιρρήματα συγκριτικού βαθμούΓ. Παίζουν ρόλο: α. επιρρηματικός προσδιορισμός του χρόνου όταν είναι καθαρά χρονικέςβ. επιρρηματικός προσδιορισμός του χρόνου και προϋπόθεσης, όταν είναι χρονικοϋποθετικέςγ. επεξήγηση σε εμπρόθετοδ. β' όρο σύγκρισης με επίθετα ή επιρρήματα συγκριτικού βαθμούΔ. Εισάγονται με:
Χρονικέςα. με τους καθαρά χρονικούς συνδέσμους: ὡς, ὅτε, ὁπότε, ἐπεί, ἐπειδή, ἕως, ἔστε, ἄχρι, μέχρι, ἡνίκα, ὁπηνίκα, πρινβ. με τα χορνικά επιρρήματα: ὁσάκις, ὁποσάκιςγ. με τις εμπρόθετες αναφορικές εκφρά-σεις που δηλώνουν χρόνο: ἀφ’ οὗ, ἀφ’ ὅτου, ἐξ’ οὗ, ἐξ’ὅτου, μέχρι οὗ, μέχρι ὅτου, ἀχρι οὗ, ἀχρι ὅτου, ἕως οὗ, ἕως ὅτου, εἰς ὅ, εἰς ὅσον, ἐν ᾧ, ἐν ὅσῳ, καθ’ ὅσον, ὅσονδ. με τις χρονικές εκφράσεις: ἐπεί, ἐπειδή πρῶτον, ἐπειδή τάχιστα, ὡς τάχιστα, οὐ πρόσθενΧρονικοϋποθετικέςα. με χρονικούς συνδέσμους: ὅταν, ὁπόταν, ἐπάν, ἐπειδάν, ἔστ’ ἄν, ἕως ἄν, μεχρι ἄν, ἡνίκα ἄν, ἐν ᾧ ἄνβ. με χρονικούς συνδέσμους: ὅτε, ὁπότε, ὁσάκις, ὁποσάκις, ἐπεί, ἐπειδήΕ. Εκφέρονται με: Οι χρονικές:α. Απλή οριστική κάθε χρόνου: εκφράζει το πραγματικό/ στην εξάρτηση υπάρχει οποιαδήποτε έγκλισηβ. απλή οριστική Ι.Χ.: εκφράζει το αντίθετο του πραγματικού/ στην εξάρτηση υπάρχει δυνητική οριστικήΟι χρονικοϋποθετικές:α. Απλή Υποτακτική: εκφράζει το προσδοκώμενο/ εξαρτάται από ρηματικό τύπο σε οριστική μέλλοντα ή μελλοντική έκφρασηβ. Απλή υποτακτική: εκφράζει αόριστη επανάληψη σε παρόν- μέλλον/ στην εξάρτηση υπάρχει ενεστώτας ή ενεστωτική έκφρασηγ. Ευκτική (καθ’ έλξη): εκφράζει ό,τι και η Ευκτική από την οποία έλκεταιδ. Ευκτική: εκφράζει την απλή σκέψη του λέγοντος/ στην εξάρτηση υπάρχει οριστική Ι.Χ.ε. Επαναληπτική Ευκτική: εκφράζει αόριστη επανάληψη σε παρελθόν/ στην εξάρτηση έχει οριστική Ι.Χ.στ. Ευκτική του Πλάγιου λόγου: εκφράζει υποκειμενική κρίση-αβέβαιη φήμη/ εξαρτάται από ρηματικό τύπο ιστορικού χρόνου/ αντικαθιστά μόνο το αοριστολογικό ἄν και την απλή υποτακτική του ευθέος λόγου.
4. Αναφορικές προτάσειςΑ. Ονοματικές, Προσδιοριστικές ή Επιθετικές Β. Εξαρτώνται από: => αποδίδουν στον προδιοριζόμενο όρο ένα αναγκαίο στοιχεί και αποτελούν μαζί του ένα ενιαίο νόημα. Δεν πρέπει να χωρίζονται με κόμμα. π.χ. Ἔτυχεν Ἡ πρύμνα ἐστεμμένη τοῦ πλοίου ὅ εἰς Δῆλον Ἀθηναῖοι πέμπουσιν=> προσθέτουν στον προσδιοριζόμενο όρο ένα ιδιαίτερο γνώρισμα, ένα μη αναγκαίο χαρακτηριστικό του στοιχείο.=> αποδίδονται σε όρο, φράση ή στο νόημα μιας ολοκληρής πρότασης που ακολουθεί εισάγονται με ουδέτερο της αναφορικής αντωνυμίας ὅ, ὅπερ, οἷον και συνήθως έχουν τη μορφή: ὅπερ λέγω, ὅπερ εἶπον=> παρέχουν ένα αναγκαίο για τη σαφήνεια στοιχείο που επεξηγεί τον προσδιοριζόμενο όρο, ο οποίος έχει ασαφές και ακαθόριστο νόημα π.χ Ἄρξομαι ἐντεῦθεν, ὅθεν τάχιστα ἄν διδάξαιμιΓ. Παίζουν ρόλο: α. επιθετικός προσδιορισμόςβ. παράθεσηγ. προεξαγγελτική παράθεσηδ. επεξήγηση
Ουσιαστικές ή ΟνοματικέςΑ. Εξαρτώνται από: => Όταν παραλείπεται ο προσδιοριζόμενος όρος τότε αναπληρώνεται από την αναφορική πρόταση η οποία παίρνει τη συντακτική του θέση και από προσδιοριστική γίνεται ουσιαστική π.χ Ὅστις αὐτόν φιλεῖ μετ’ ἐμοῦ μαχέσθωΒ. Παίζουν ρόλο: α. υποκείμενο προσωπικών ρημάτωνβ. αντικείμενογ. κατηγορούμενοδ. ονοματικός ετερόπτωτος προσδιορισμόςε. επιρρηματικός προσδιορισμούς τόπου, ποσού, χρόνου κλπΓ. Εισάγονται με: 1. αναφορικές αντωνυμίες: ὅς, ὅστις, ὅσπερ, οἷος, ὁποῖος, ὁπόσος, ὁποδαπός, ἡλίκος, ὁπηλίκος2. αναφορικά επιρρήματα: ὅπως-ὡς (όπως ακριβώς), ὤσπερ, ὁπου-οὗ (όπου), ὅποι-οἷ (όπου), ὅπῃ-ᾖ (όπου), ὅθεν-ὁπόθεν-ἔνθεν (από όπου), ἔνθα (όπου), ὅθι(όπου), ὅσον-ὁπόσον, ὅτε-ὁπότε, ἡνίκα-ὁπηνίκαΔ. Εκφέρονται με: α. εγκλίσεις των προτάσεων κρίσεως και επιθυμίαςβ. ΕΠΛγ. Ευκτική ή ευχετική Ευκτική καθ’ έλξη προς μια προηγούμενη ίδια έγκλιση.
5. Αναφορικές επιρρηματικές προτάσειςα. Αναφορικές αιτιολογικές (δηλώνουν αιτία και εκφέρονται όπως οι απλές αιτιολογικές προτάσεις) β. Αναφορικές συμπερασματικές (δηλώνουν αποτέλεσμα και εκφέρονται όπως οι απλές συμπερασματικές)γ. Αναφορικές τελικές (δηλώνουν σκοπό και εκφέρονται κρίως με οριστική μέλλοντα)δ. Αναφορικές υποθετικές (δηλώνουν προϋπόθεση και εκφέρονται όπως οι απλές υποθετικές)
6. Αιτιολογικές προτάσεις
Α. Είναι επιρρηματικές κρίσεως
Β. Εξαρτώνται από:
=> προσωπικά ρήματα: κάθε σημασίας, κυρίως όμως ψυχικού πάθους και δικανικάπ.χ ἀγαπῶ, ἥδομαι, χαίρω, ἀγάλλομαι, τέρπομαι, ἀγανακτῶ, μεταμέλομαι, ὀργίζομαι, ἀλγῶ, αἰσχύνομαι, φοβοῦμαι, δέδοικα, ὀκνῶ, λυποῦμαι, ἀλγῶ κλπ=> απρόσωπα ρήματα ή απρόσωπες εκ-φράσεις ψυχικού πάθους π.χ αἰσχρόν ἐστί, δεινόν ἐστί, ἄτοπον ἐστί, ἄλογον ἐστί κλπ=> εμπρόθετο προσδιορισμός της αιτίας που προηγείται π.χ δια τοῦτο, δια ταῦτα, ἕνεκα τούτουΓ. Παίζουν ρόλο: α. επιρρηματικός προσδιορισμός της αιτίας ή του αναγκαστικού αιτίουβ. υποκείμενογ. επεξήγηση
Δ. Εισάγονται με τους αιτιολογικούς συνδέσμους:
ὅτι, διότι: δηλώνει αντικειμενική αιτιολογία (μτφρ: επειδή πράγματι)
ὡς: δηλώνει υποκειμενική αιτιολογία (μτφρ. επειδή τάχα, επειδή κατά τη γνώμη μου)ὅτε, ὁπότε, ἐπεί, ἐπειδή: δηλώνει ότι λανθάνει και η έννοια του χρόνου (μτφρ. τη στιγμή που, εφόσον, αφού)εἰ: δηλώνει υποθετική αιτιολογία, καθώς το αίτιο θεωρείται αμφισβητούμενο, πιθανό ή υποθετικό (μτφρ. που, αν)Ε. Εκφέρονται με τις εγκλίσεις των προτάσεων κρίσεως:α. Οριστική: εκφράζει το πραγματικό-βέβαιο γεγονός/ εξαρτάται από ρηματικό τύπο αρκτικού χρόνουβ. Δυνητική Οριστική: εκφράζει το αντίθετο του πραγματικού ή κάτι που θα μπορούσε να συμβεί στο παρελθόν αλλά δε συνέβη.γ. Δυνητική Ευκτική: εκφράζει το δυνατό ή πιθανό σε παρόν-μέλλονδ. Ευκτική του Πλάγιου λόγου: εκφράζει υποκειμενική κρίση-αβέβαιη φήμη/ εξαρτάται από ρηματικό τύπο ιστορικού χρόνου/ αντικαθιστά πάντοτε την Οριστική του ευθέος λόγου7. Εναντιωματικές - ΠαραχωρητικέςΑ. Είναι επιρρηματικές κρίσεως ή επιθυμίαςΒ. Εξαρτώνται από: => την πρόταση προς το περιεχόμενο της οποίας δηλώνουν εναντίωση ή παραχώρηση και γι’αυτό συχνά υπάρχουν σε αυτή οι φράσεις: ὅμως, ἀλλά, ἀλλά οὖν κλπ Γ. παίζουν ρόλο: α. επιρρηματικούς προσδιορισμού της εναντίωσης ή της προϋπόθεσηςΔ. Εισάγονται με τα εναντιωματικά μόρια:εἰ καί, ἐαν-ἄν-ἤν και + οριστική, ευκτική, υποτακτική: δηλώνει εναντίωση προς κάτι που είναι ή θεωρείται πραγματικό - βέβαιο (μτφρ. αν και, μολονότι, παρόλο που, παρότι)καἰ εἰ, κεἰ + οριστική, ευκτική/ καἰ ἐάν, καί ἄν, κἄν, καί ἤν +υποτακτική: δηλώνει παραχώρηση προς κάτι το αβέβαιο ή το ενδεχόμενο και εξαρτάται από καταφατική πρόταση (μτρφ. και αν, και αν ακόμα, έστω και αν)οὐδ’ (μήδ’) εἰ + οριστική, ευκτική/ οὐδ’ (μηδ’) ἐάν, οὐδ’ (μηδ’) ἄν, οὐδ’(μηδ’) ἤν +υποτακτική: δηλώνει παραχώρηση προς κάτι το αβέβαιο ή το ενδεχόμενο και εξαρτάται από αποφατική πρόταση (μτφρ. ούτε και αν)Ε. Εκφέρονται με τις εγκλίσεις των υποθετικών προτάσεων:α. Υποτακτική: εκφράζει το προσδοκώμενο/ στην εξάρτηση υπάρχει οριστική μέλλοντα ή μελλοντική έκφρασηβ. Υποτακτική: εκφράζει αόριστη επανάληψη στο παρόν μέλλον/ στην εξάρτηση υπάρχει ενεστώτας ή ενεστωτική έκφρασηγ. Οριστική ιστορικού χρόνου: εκφράζει το αντίθετο του πραγματικού/ στην εξάρτηση υπάρχει δυνητική οριστικήδ. Οριστική κάθε χρόνου: εκφράζει το πραγματικό/ στην εξάρτηση υπάρχει οποιαδήποτε έγκλισηε. Ευκτική: εκφράζει φόβο δυνατό ή πιθανό σε παρόν-μέλλονστ. Επαναληπτική ευκτική: εκφράζει αόριστη επανάληψη σε παρελθόν/ στην εξάρτηση υπάρχει οριστική ιστορικού χρόνου
8. Υποθετικές προτάσεις
Α. Είναι επιρρηματικές κρίσεως ή επιθυμίας
Β. Εξαρτώνται από:
=> τη συνεκφερόμενη κύρια ή δευτερεύουσα πρόταση, η οποία λέγεται απόδοση και εκφράζει το αποτέλεσμα ή τη συνέπεια της υπόθεσης. Ο συνδυασμός της υπόθεσης και της απόδοσης δημιουργεί μια λογική ενότητα με σχέση υποθετικού αιτίου-αιτιατού, που ονομάζεται υποθετικός λόγος
Γ. παίζουν ρόλο:
α. επιρρηματικούς προσδιορισμού της προϋπόθεσης
Δ. Εισάγονται με τους υποθετικούς συνδέσμους: εἰ, ἐαν, ἄν, ἤν
Comments