=> Το διήγημα είναι ένα λογοτεχνικό είδος και ανήκει στην αφηγηματική πεζογραφία. Τα χαρακτηριστικά του στοιχεία είναι: Η μικρή συνήθως έκταση, η σύντομη, λιτή και πυκνή αφήγηση, η ιστορία επικεντρώνεται, συνήθως γύρω από ένα σημαντικό γεγονός και έναν κεντρικό ήρωα, η υπόθεση είναι απλή και η δράση δεν είναι πολύπλοκη.
=> Βασικό θέμα του έργου είναι η ζωή ενός νεαρού βιοπαλαιστή (του νεαρού τσαγκάρη), οι οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει και η εργατικότητα και αποφασιστικότητά του αλλά και το δίλημμα του νεαρού ήρωα ανάμεσα στον έρωτά του για την όμορφη και πλούσια κόρη του δάσκαλου και την αγάπη του για την φτωχή αδερφή του
Δομή
1η ενότητα: «Τον είχε βάλει από καιρό... και παραμόνευε την ώρα.»: Ο νεαρός τσαγκάρης και το μυστικό του σχέδιο να κατασκευάσει ένα ζευγάρι λουστρινένια γοβάκια.
2η ενότητα: «Η κόρη του δάσκαλου... το τραπέζι.»: Η κόρη του δάσκαλου: το πρόσωπο για το οποίο προορίζονται τα γοβάκια.
3η ενότητα: «Την κοίταξε πιο προσεκτικά... με το τραγούδι.»: Η αδερφή του νεαρού τσαγκάρη στην οποία τελικά χαρίζει τα γοβάκια.
Η αδερφή του τσαγκάρη και η κόρη του δασκάλου
Η αδερφή του πρωταγωνιστή είναι ένα πλάσμα κουρασμένο (καταπονημένο), χωρίς την ομορφιά και τη χάρη της κόρης του δασκάλου. Τα μαλλιά της είναι δεμένα και τα ρούχα της φθαρμένα και ξεθωριασμένα Είναι μετρημένη και αμίλητη, περπατά σκυφτή, σιωπηλή και αφανής. Από τη μία η αδερφή του είναι φτωχιά και έχει μόνο ένα ζευγάρι καλά παπούτσια (σχολιανά) και κάθε μέρα φοράει τα εξώφτερνα παπούτσια (κουτσοφτέρνια). Το δώρο αυτό, επομένως, θα της δώσει μεγάλη χαρά και τα καινούρια παπούτσια θα έχουν γι αυτήν ουσιαστική αξία (λειτουργικό ρόλο) διότι τα χρειάζεται πραγματικά. Από την άλλη η κόρη του δασκάλου είναι πλούσια και η οικογένειά της έχει οικονομική άνεση. Η χαρά που θα νιώσει για το δώρο θα είναι προσωρινή, γιατί θα είναι μάλλον περιττό, αφού τα γοβάκια δεν της χρειάζονται, διότι έχει ήδη πολλά ζευγάρια παπούτσια.
Τα συναισθήματα του νεαρού τσαγκάρη
α. ο έρωτας που νιώθει για την κόρη του δάσκαλου (φαίνεται από τον τρόπο που την περιγράφει (νιώθει θαυμασμό για την ομορφιά της) και από το γεγονός ότι θέλει να της φτιάξει τα λουστρινένια γοβάκια: διαλέγει προσεκτικά το υλικό και αφιερώνει πολλή ώρα να τα φτιάξει). Επίσης φαντάζεται τη στιγμή που θα της τα χαρίσει.
β. Η αγάπη του για την αδερφή του, που είναι φτωχή και πολύ ντροπαλή (κοιτάζει στο χώμα)
γ. Ο ήρωας νιώθει ένα ηθικό δίλημμα. (Δίλημμα νιώθουμε όταν πρέπει να διαλέξουμε ανάμεσα σε δυο πράγματα) Εδώ ο νεαρός τσαγκάρης πρέπει να διαλέξει σε ποιον θα χαρίσει τα γοβάκια που έφτιαξε με πολλή φροντίδα: στην πλούσια κόρη του δάσκαλου που δεν τα χρειάζεται και που θα της είναι μάλλον περιττά ή στην φτωχή αδερφή του που τα έχει ανάγκη και θα χαρεί πολύ να τα φορέσει. Ο νεαρός αντιμετωπίζει ψυχολογική δυσκολία και έχει συναισθηματική ένταση.
δ. Στο τέλος βάζει τη λογική πάνω από τα συναισθήματά του.
Χαρακτηρισμός Νεαρού τσαγκάρη
Εργατικός, δραστήριος φιλότιμος, έντιμος και ικανός διαπραγματευτής. Αγαπά τη δουλειά του κι αυτό φαίνεται όταν τραγουδάει μαντινάδες και τραγούδια, ενώ δουλεύει. Είναι υπεύθυνος και γι’ αυτό τον εμπιστεύεται το αφεντικό του. Βοηθάει τη μητέρα του στις εργασίες και τη σέβεται. Δεν θέλει να κάνει κάτι χωρίς να την ενημερώσει και να συζητήσει μαζί της. Είναι αγνός και αθώος. Αν και είναι ερωτευμένος, παραμένει ντροπαλός και συνεσταλμένος και γι΄ αυτό δεν έχει το θάρρος να μιλήσει στο κορίτσι. Είναι αρκετά ώριμος για να καταλάβει τις ανάγκες της αδερφής του, την οποία αγαπά και συμπονά. Βλέπουμε ότι σταδιακά αρχίζει να ξεπερνά την παιδική ηλικία και να ωριμάζει.
Αφηγηματικές τεχνικές
Η αφήγηση είναι χρονολογική, ενώ σε ένα σημείο υπάρχει μια αναδρομική αφήγηση, εκείνη με την αναφορά της γνωριμίας του νεαρού τσαγκάρη με την κόρη του δασκάλου. Ο αφηγητής είναι αμέτοχος στην ιστορία (ετεροδιηγητικός με μηδενική εστίαση).
Σε αντίθετη με την αφήγηση που είναι δυναμική (με αυτήν παρουσιάζεται η εξέλιξη της δράσης του έργου και έχουμε αλλαγή των καταστάσεων) η περιγραφή είναι στατική (δεν έχουμε εξέλιξη της δράσης).
Η αφήγηση στο κείμενο αυτό γίνεται σε τρίτο πρόσωπο (παντογνώστη αφηγητή). Η αφήγηση ξεκινάει in media res και επικεντρώνεται στο πρόσωπο του ήρωα. Βασικό στοιχείο της αφήγησης είναι η έλλειψη διαλόγων. Ο χώρος δεν προσδιορίζεται με ακρίβεια, αλλά γίνεται λόγος για το βυρσοδεψείο, το τσαγκαράδικο, τους δρόμους, το σπίτι του δασκάλου και το σπίτι της οικογένειας του νεαρού. Ούτε ο χρόνος δεν προσδιορίζεται με ακρίβεια.
Στο κείμενο υπάρχουν επίσης κάποιες περιγραφές:
α. η κόρη του δάσκαλου: «είχε σγουρά μαλλιά και μάτια μεγάλα. Είχε στητό κορμί και περπατησιά περήφανη.»
β. η αδερφή του ήρωα: «τα μαλλιά της δεν έπεφταν σγουρά στους ώμους. Είχε μια πλεξούδα ίσια που τη σφιχτόδενε στο σβέρκο της μ’ ένα λαστιχάκι των πακέτων.»
Ύφος: το ύφος του κειμένου είναι απλό και λιτό με λίγα σχήματα λόγου και καλολογικά στοιχεία.
Γλώσσα: Η γλώσσα του κειμένου είναι απλή δημοτική, εμπλουτισμένη με ιδιωματικές λέξεις και φράσεις: πχ παζαριτζής (αυτός που κάνει παζάρια), μην αποφανεί (= μην αποκαλυφθεί), απέ (= μετά), μπαξίσι (φιλοδώρημα), ξανόσταιναν (= γίνονταν άνοστα) κλπ. Επίσης υπάρχουν λέξεις από το λεξιλόγιο των τσαγκάρηδων: πχ φόντι (= το πάνω μέρος του παπουτσιού), φαλτσέτα (= μικρό κοπίδι), ψίδι (= το μπροστινό τμήμα της μύτης του).
Εκφραστικά Μέσα
Μεταφορές: "το είχε βάλει από καιρό στο μάτι", "μύρια αστέρια μπερδεύτηκαν στην πλεξούδα της", "του 'χε λαβώσει την καρδιά", "Πόσο ξέθωρη ήταν μπροστά στην άλλη - σβήστηκε μονοκοντυλιά η κόρη του δασκάλου", "χιλιάδες ήλιοι φώτισαν τα καφετιά ματάκια", η καρδιά της μεθυσμένη χόρευε", "πουλιά τρελά τιτίριζαν στ'αυτιά της"
Επανάληψη: "σκιά ο πατέρας.. σκιά η αδερφή του"
Υπερβολές: "χιλιάδες ήλιοι φώτισαν τα καφετιά ματάκια", "μύρια αστέρια μπερδεύτηκαν στην πλεξούδα της"
Πάρα πολύ χρήσιμα άρθρα! Και με την απαραίτητη αισθητική, ικανή να προσελκύσει, όσο γίνεται, ακόμα και τους ζόρικους μαθητές! Χίλια μπράβο και καλή συνέχεια :-)
Τα κόκκινα λουστρίνια, νοσταλγία ...
Πάρα πολύ χρήσιμα άρθρα! Και με την απαραίτητη αισθητική, ικανή να προσελκύσει, όσο γίνεται, ακόμα και τους ζόρικους μαθητές! Χίλια μπράβο και καλή συνέχεια :-)